Sebastián Piñera: Ποιος είναι ο Πρόεδρος της Χιλής που έχει φέρει τη χώρα στο χείλος του γκρεμού;

Ο Σεμπαστιάν Πινιέρα, οικονομολόγος, μεγαλοεπενδυτής, πολιτικός επίσης, πλούσιος γενικώς – προέρχεται από την «υψηλή κοινωνία», είναι δισεκατομμυριούχος, φιγουράρει στη θέση 804 των μεγιστάνων της λίστας Forbes, διαθέτει ένα τηλεοπτικό κανάλι καθώς επίσης μετοχές σε πολλές μεγάλες επιχειρήσεις, ήταν δε εκείνος που εισήγαγε το πλαστικό χρήμα στη Χιλή. Στην τελευταία του προεκλογική εκστρατεία «έριξε» πάνω από 13 εκ. δολάρια, επιδίωξε να προσεταιριστεί ακόμα και τη λοατκι+ κοινότητα, η νίκη του πάντως υπήρξε οριακή.

Στη Χιλή στις εκλογές του Μαρτίου εξελέγη Πρόεδρος της Δημοκρατίας με το κεντροδεξιό κόμμα της Εθνικής Ανανέωσης, αξίωμα το οποίο «υπηρέτησε» και μεταξύ 2010-14. Ως διευθυντής τράπεζας παλιότερα είχε διωχθεί δικαστικά για νομικές ατασθαλίες. Διατηρώντας καλές σχέσεις με το περιβάλλον του δικτάτορα Πινοσέτ, είχε κιόλας αντιταχθεί δημόσια τη σύλληψή του στο Λονδίνο το 1998. Η Χιλή είναι η χώρα με τις μεγαλύτερες εισοδηματικές ανισότητες στην περιοχή, καθώς επίσης αυτή με τα περισσότερα ιδιωτικοποιημένα δημόσια αγαθά Γιατί: Διότι ζήτησε την παραίτηση όλων των υπουργών του προχωρώντας σε ευρύ ανασχηματισμό, προκειμένου να κατευνάσει τις οργισμένες μαζικές διαδηλώσεις και τις άγριες αναταραχές που παρέλυσαν τη χώρα. Η αστυνομία του, συνεπικουρούμενη από τον στρατό που βγήκε πρώτη φορά στους δρόμους μετά την αιματοβαμμένη δικτατορία του Πινοσέτ (1974-1990), απάντησε με πρωτοφανή βία η οποία μέχρι στιγμής αριθμεί 20 νεκρούς – άλλοι 20 άνθρωποι φέρονται να αγνοούνται -, εκατοντάδες τραυματίες και χιλιάδες συλληφθέντες.

Όλα ξεκίνησαν στις 18 Οκτωβρίου με αφορμή την αύξηση της τιμής των εισιτηρίων στο μετρό της πρωτεύουσας Σαντιάγο, όμως οι αιτίες είναι πολύ βαθύτερες ακόμα κι αν μιλάμε για μια χώρα που η Παγκόσμια Τράπεζα χαρακτήριζε πρόσφατα υπόδειγμα, ούσα η πιο ταχέως αναπτυσσόμενη οικονομία στη Λατινική Αμερική – οι πρόσφατες δυναμικές κινητοποιήσεις είναι οι σοβαρότερες αλλά όχι οι μόνες των τελευταίων χρόνων. Είναι, ταυτόχρονα, η χώρα με τις μεγαλύτερες εισοδηματικές ανισότητες στην περιοχή, καθώς επίσης αυτή με τα περισσότερα ιδιωτικοποιημένα δημόσια αγαθά όπου υπάγεται ακόμα και το νερό σε ποσοστό 100%! Πρόκειται για «κληρονομιά» της πινοσετικής χούντας, στη διάρκεια της οποίας η Χιλή έγινε «πειραματόζωο» ακραίων νεοφιλελεύθερων πολιτικών που εκπορεύονταν από τη λεγόμενη Σχολή του Σικάγο. Πολιτικές τις οποίες ανέχθηκαν και οι προηγούμενες κεντροαριστερές κυβερνήσεις, όπως καταγγέλλεται και που δημιούργησαν μια κοινωνία πολλαπλών ταχυτήτων, με κάποια στρώματα να ευνοούνται ενόσω άλλα πασχίζουν για την καθημερινή επιβίωση. Δημόσια παιδεία, δημόσια υγεία είναι σε κακά χάλια, η δικαιοσύνη επίσης, η διαφθορά καλά κρατεί όπως και τα κέρδη των λίγων σε μια αγορά εργασίας έξτρα ελαστική και κακοπληρωμένη.

Ο ίδιος ο Πινιέρα που έχει χαρακτηρίσει το πολιτικό του όραμα ως «χριστιανικό ανθρωπισμό» μιλά τώρα για την ανάγκη σύναψης ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου, παρότι αρχικά δήλωνε πως «η χώρα βρίσκεται σε πόλεμο με έναν επίφοβο εχθρό» (εννοούσε τον μη προνομιούχο χιλιανό λαό, όπως αποδείχθηκε). Αντιπροσωπεύει την VIP άρχουσα τάξη του 1% που απλώς αδυνατεί να κατανοήσει τι σημαίνει ανέχεια και διακρίσεις, ενώ ο ακραίος νεοφιλελευθερισμός που πρεσβεύει – το κυρίαρχο «ευαγγέλιο» σήμερα διεθνώς – αποδεικνύει ξανά τη βαρβαρότητά του, ειδικά όταν εφαρμόζεται δίχως κάποιες στοιχειώδεις, έστω, δικλείδες ασφαλείας. Για ευνόητους βεβαίως λόγους, η κοινωνική αναταραχή στη Χιλή δεν συγκίνησε κυβερνήσεις και ΜΜΕ όσο εκείνη της Βενεζουέλας, παρότι οι «Μαδούροι» είναι σήμερα η εξαίρεση ενώ οι «Πινιέρα», ο κανόνας.

Ζίνο Ντάβιντοφ: Ένα παραμύθι για πολύτιμα δαχτυλίδια. Καπνού.

Ο Ζίνο Ντάβιντοφ, ταξιδευτής, αναζητητής και αυτοδίδακτος connoisseur της πολύ καλής ζωής ήρθε στον κόσμο στις 11 Μαρτίου του 1906 στο Νόβγκοροντ Σεβέρσκ, ένα Εβραϊκό χωριό 200 μίλια Νότια του Κιέβου. Ήταν το δεύτερο από τα πέντε παιδιά του Χιλέλ και της Ραχήλ, που έβγαζαν τα προς το ζην αναμιγνύοντας σκούρα και ξανθά καπνά  από τη Μαύρη Θάλασσα, την Κριμαία, τη Σμύρνη και τη Θεσσαλονίκη, προκειμένου να παρασκευάσουν το δικό τους, φίνο χαρμάνι. Ο Ζίνο γεννήθηκε στην κυριολεξία μέσα στον καπνό και ο καπνός έσωσε κάποτε στην κυριολεξία τη ζωή του: όταν οι Κοζάκοι του τσάρου Νικόλαου Β’ μπήκαν στο Νόβγκοροντ Σεβέρσκ κι άρχισαν να βιάζουν, να σφάζουν και να καίνε σπρωγμένοι από την αντισημιτική μανία που οδήγησε στα αλεπάλληλα προγκρόμ εκείνης της περιόδου, η οικογένεια Ντάβιντοφ σώθηκε επειδή κρύφτηκε κάτω από τις ξύλινες σανίδες του πατώματος του σπιτιού της – εκεί όπου ο Χιλέλ φύλαγε τους σάκους με τα ακατέργαστα φύλλα καπνού. Δεν ήταν η πρώτη τέτοια επίθεση που είχε αντιμετωπίσει η οικογένεια. Ήταν, όμως, η πιο βίαιη και ο Χιλέλ αποφάσισε ότι θα ήταν η τελευταία. Όταν οι Ντάβιντοφ βγήκαν απ’ την κρυψώνα τους και αντίκρυσαν το μακελεμένο χωριό τους, πήραν τη δύσκολη απόφαση να εγκαταλείψουν την πατρίδα. Στα μέσα του 1911, επιβιβάστηκαν σε ένα τρένο και διέσχισαν τη Νότια Ρωσία και την ΑυστροΟυγγαρία με προορισμό την Ελβετία. Ο ευσεβής τους πόθος ήταν η Αμερική, αλλά η οικονομική τους κατάσταση δεν μπορούσε να τον καταστήσει εφικτό, οπότε συμβιβάστηκαν με την ιδέα της Γενεύης, όπου ζούσε ήδη ένας ξάδερφος της οικογένειας και θα τους βοηθούσε να εγκατασταθούν και να προσαρμοστούν ευκολότερα.

Στη Γενεύη

Το 1912, ένα χρόνο μετά την εγκατάστασή του στην ήσυχη και ακμάζουσα Ελβετική πόλη, ο Χιλέλ Ντάβιντοφ άνοιξε ένα καπνοπωλείο (το θρυλικό κατάστημα της Place des Philosophes). Εκεί ο μικρός Ζίνο έμαθε να ξεχωρίζει, να καθαρίζει, να αξιολογεί και να ταξινομεί τα καπνά βάσει της ποιότητας και της έντασής τους. Εκεί συνειδητοποίησε τη σημασία της τελειότητας και της «προσωπικότητας» του καπνού – οι πλούσιοι πελάτες ήταν διατεθειμένοι να πληρώσουν αδρά προκειμένου να απολαμβάνουν όχι μόνο τα πιο φίνα τσιγάρα, αλλά και τα πιο περιποιημένα. Με το ανάλογο τίμημα, μάλιστα, ο Χιλέλ προσωποποιούσε εντελώς τα τσιγάρα της γαλαντόμας ελίτ, τυπώνοντας πάνω τους τα αρχικά του.

Ο Ζίνο Ντάβιντοφ συνειδητοποίησε σε εκείνο το μέρος δύο ακόμα καθοριστικά για τη ζωή του πράγματα. Το πρώτο ήταν το πως η απόλαυση του καπνού εξαιρετικής ποιότητας μπορούσε να ενώσει ανθρώπους, να δέσει μικρές κοινότητες και να δημιουργήσει καλές παρέες. Η παρέα που είχε δημουργηθεί στο μαγαζί του πατέρα του ήταν εξαιρετική: από εκεί περνούσαν καθημερινά οι εκπρόσωποι της καλλιτεχνικής, πνευματικής και πολιτική ελίτ της κοινωνίας της Γενεύης. Ανάμεσα στην εκλεκτή πελατεία ήταν κι ένας τύπος τον οποίο ο Ζίνο Ντάβιντοφ περίεγραψε πολλά χρόνια στα απομνημονεύματά του ως «φωνακλά, με λεπτό πρόσωπο και μάτια όλο φωτιά». Ήταν κι αυτός Ρώσος, λάτρευε τα πούρα και ήταν ο μόνος πελάτης που δεν πλήρωνε ποτέ. Όταν ο μικρός Ζίνο αναρωτήθηκε γιατί, ο Χιλέλ του απάντησε: «Γιατί αυτός είναι ο Βλαντιμίρ Ίλιτς Ουλιάνοφ. Όλοι εδώ τον ξέρουν ως Λένιν και σύντομα θα τον μάθει και ολόκληρος ο κόσμος. Δεν τον αφήνω να πληρώσει γιατί νομίζω ότι είναι ένας πάρα πολύ σημαντικός άνθρωπος». Η δεύτερη –και πιο σημαντική- συνειδητοποίηση που έκανε εκείνα τα χρόνια ο Ζίνο Ντάβιντοφ ήταν ότι το μόνο πράγμα που τον ενδιέφερε πραγματικά ήταν ο καπνός.

Στον κόσμο

Όταν ο Ζίνο τελείωσε το σχολείο, εγγράφηκε στο φημισμένο κολλέγιο Calvin (εκεί φοίτησε και ο Μπόρχες), αλλά δεν ολοκλήρωσε ποτέ τις σπουδές του. Το εσωτερικό του κάλεσμα ήταν η περιπέτεια – η ανακάλυψη. Και το ακολούθησε, με κεντρικό γνώμονα και βασική του πυξίδα τον τομέα στον οποίο αφιέρωσε ολόκληρη τη ζωή του. Το 1925 βρέθηκε στη Λατινική Αμερική και πέρασε τα επόμενα πέντε χρόνια ως εργαζόμενος και ως μελετητής στις πιο φημισμένες καπνοφυτείες της Αργεντινής, της Βραζιλίας και της Κούβας. Στα χρόνια αυτά μεταμορφώθηκε: δεν ήταν πια ένας άνθρωπος χωρίς πατρίδα, αλλά ένας πολίτης του κόσμου. Στην Αβάνα μελέτησε σε βάθος τις μεθόδους καλλιέργειας, αποθήκευσης και αξιοποίησης του θρυλικού κουβανέζικου «Puro». Μαζί με τις πολύτιμες γνώσεις και την ασυναγώνιστη τεχνογνωσία, όταν επέστρεψε στη Γενεύη το 1930, εφάρμοσε στην πατρική επιχείρηση και κάποιες απ ‘τις ιδέες που σήμερα αποτελούν τα παγκόσμια στάνταρ στην απόλαυση των πούρων. Μία απ’ αυτές, ήταν η δημιουργία ενός αποθηκευτικού χώρου με πολύ συγκεκεκριμένες και σταθερές συνθήκες θερμοκρασίας και υγρασίας. Ήταν ο πρώτος τέτοιος χώρος στον πλανήτη και σήμερα πλέον αναγνωρίζεται ως ο ιδιοφυής πρόδρομος του σύγχρονου υγραντήρα.

Στα μεσοπολεμικά χρόνια, το κατάστημα του Ντάβιντοφ στη Γενεύη έγινε ο βασικός Ευρωπαϊός προορισμός για τους αφισιονάδος των εξαιρετικών Κουβανέζικων πούρων. Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου, έγινε ο αποκλειστικός προορισμός – η κουβανική κυβέρνηση εμπιστεύτηκε στο Ζίνο Ντάβιντοφ την εκμετάλλευση ολόκληρου του Ευρωπαϊκού στοκ των καπνών της που βρίσκονταν αποθηκεμένα στο Παρίσι, λίγο πριν οι Ναζί εισβάλλουν στη Γαλλία.

Το τέλος του Μεγάλου Πολέμου ήταν το έναυσμα που χρειαζόταν ο Ζίνο προκειμένου να μεταγγίσει στην επιχείρησή του τον κοσμπολιτισμό που ο ίδιος είχε ασπαστεί χωρίς αναστολές. Η Davidoff πέρασε τα σύνορα της Ελβετίας και άρχισε να κατακτά την Ευρώπη. Τα καταστήματά της διέθεταν τα κορυφαία κουβανέζικα πούρα, στις πιο κομψές και καλαίσθητες συσκευασίες (ο Ζίνο ήταν ο πρώτος που σκέφτηκε να τοποθετήσει τα πούρα του στις ακριβές, ξύλινες κασετίνες που σήμερα αποτελούν θεμελιώδες κεφάλαιο στην κουλτούρα των πούρων). Επίσης, τα πούρα του είχαν ωραία, αναγνωρίσιμα ονόματα. Τα ονόματα προέρχονταν από τα διάσημα Γαλλικά κρασιά του Μπορντό. Ήταν μια δική του ιδέα που στην αρχή ξένισε τους Κουβανούς προμηθευτές και συνεργάτες του, αλλά αποδείχτηκε αποδοτικότατη. Τα θρυλικά «Château Haut-Brion», «Château Lafite», «Château Latour», «Château Margaux» και «Château Yquem» ήταν οι ναυαρχίδες που μετέτρεψαν την Davidoff σε αυτοκρατορία.

Μια αυτοκρατορία, όμως, που δεν έπαψε ποτέ να εμπνέεται από την προσωπικότητα  και να διαπνέεται από τις αρχές του Ζίνο Ντάβιντοφ. Η πίστη του στις φιλίες και στις συμφωνίες κυρίων ήταν αυτή που του επέβαλε να συνεχίσει να συνεργάζεται με την Κούβα ακόμα και μετά την επανάσταστη και το εμπάργκο του 1959 (οι Κουβανοί του το ανταπέδωσαν με την κυκλοφορία της σειράς πούρων που είναι αφιερωμένη σε εκείνον, τα Davidoff No. 1, Davidoff No 2 και Ambassadrice). Η προσήλωσή του στην ποιότητα και την τελειότητα τον οδήγησαν όχι μόνο να διακόψει αυτήν την επιτυχημένη συνεργασία δεκαετιών, αλλά στις 23 Ιουνίου του 1989 να πυρπολήσει δημοσίως 130.00 δικά του πούρα, όταν οι ανά τον κόσμο πελάτες της Davidoff διαμαρτυρήθηκαν για την ποιότητα και τη γεύση του καπνού τους. Έκτοτε, η Davidoff εγκατέλειψε την Κούβα και στράφηκε στις υπερσύγχρονες φυτείες της Δομηνικανής Δημοκρατίας.

Στην παγκόσμια κουλτούρα

Ο κοσμοπολιτισμός, η αγάπη του για την καλή ζωή και η αποφασιστικότητά του να διαλαλήσει σε ολόκληρο τον πλανήτη τη θεωρία του ότι οι απολαύσεις είναι η πεμπτουσία της ύπαρξης τον είχαν οδηγήσει δύο δεκαετίες νωρίτερα (το 1970) να πουλήσει τα δικαιώματα της εταιρείας του στην Oettinger (σήμερα, Oettinger Group). Σε μια οικογενειακή εξαιρετικά ποιοτική φίρμα, που την έτρεχε ο Δρ. Ερνστ Σνάιντερ, ένας στενός του φίλος τον οποίο εκτιμούσε τόσο πολύ, ώστε να του εμπιστευτεί την τύχη του έργου της ζωής του. Μαζί, ο Ζίνο ως εμβληματικός πρεσβευτής ανά τον πλανήτη και ο Σνάιντερ ως ακάματος υλοποιητής του οράματός του, έδωσαν στην Davidoff τις διαστάσεις που σήμερα την καθιστούν συνώνυμο  της αυθεντικότητας, της πολυτέλειας και –περισσότερο απ’ όλα- της απόλαυσης.  

Ο Ζίνο Ντάβιντοφ πέθανε στις 14 Ιανουαρίου του 1994, στη Γενεύη. Έζησε 88 χρόνια, αλλά –βασικά- έζησε μια ασύλληπτη, συναρπαστική, τεράστια ζωή. Πριν την εγκαταλείψει, είδε την Davidoff να επεκτείνεται σε ολόκληρο τον πλανήτη (το κατάστημα στο Χονγκ Κονγκ εγκαινιάστηκε το 1974, το θρυλικό κατάστημα του Λονδίνου άνοιξε τις πόρτες του το 1984, ενώ το 1987 έπεσε το κάστρο των ΗΠΑ, με την εγκατάσταση της Davidoff στη Λεωφόρο Μάντισον, στη Νέα Υόρκη). Κυρίως, όμως, είδε την Davidoff να εξελίσσεται και να επεκτείνεται σε όλους τους τομείς που ορίζουν το πλέγμα της απόλαυσης, που αποτελούσε την πυξίδα της δικής του ζωής. Τα τσιγάρα Davidoff κυκλοφόρησαν το 1980, σχεδόν ταυτόχρονα με το κλασικό –πλέον- άρωμα Cool Water. Οι χρονομέτρες της Davidoff (στο χαρακτηριστικό οβάλ σχήμα που παραπέμπει στους παλιούς ναυτικούς χάρτες), τα δερμάτινα αξεσουάρ (κομψά, καλαίσθητα και πάντα λειτουργικά), τα είδη αλληλογραφίας (εργαλεία επικοινωνίας απαράμιλλης ομορφιάς), όλα όσα μέχρι σήμερα έχει επιλέξει να βαφτίσει η Davidoff στο δικό της πνεύμα, λειτουργούν ως απόλυτα σύμβολα πολυτέλειας. Της πραγματικής πολυτέλειας, του να ζεις την κάθε στιγμή, με πάθος και ένταση. Τα προϊόντα της Davidoff είναι κατά κάποιο τρόπο η μέθοδος εκμάθησης αυτής της πολυτέλειας – διδάσκουν τους τρόπους της απόλαυσης, ακολουθώντας το λαμπρό προσωπικό παράδειγμα του Ζίνο Ντάβιντοφ. Του ανθρώπου που πέρασε τη ζωή του ως εραστής της Απόλαυσης και τη νυμφεύθηκε λίγο πριν περάσει στην αθανασία. Με ένα πολύτιμο δαχτυλίδι καπνού, εννοείται.

Έρνεστ Χέμινγουεϊ: Τα συστατικά ενός παγκόσμιου σελέμπριτι

Πενήντα χρόνια μετά το θάνατο του Έρνεστ Χέμινγουεϊ, σχεδόν τα πάντα γι’ αυτόν έχουν ειπωθεί και αναλυθεί. Ο Papa ήταν σημαντικός λογοτέχνης, μέγας κυνηγός της περιπέτειας και των γυναικών, ιδιοσυγκρασιακός bon viveur και τολμηρός ταξιδευτής. Και όλα αυτά μαζί τον είχαν αναδείξει σε σελέμπριτι της εποχής του. Ακούγεται κάπως φτηνό, αλλά πέρα απ’ όλα τα υπόλοιπα, ήταν σίγουρα ένα σελέμπριτι της εποχής του. Με τεράστια εμβέλεια, μάλιστα. Ό,τι κι αν έκανε, γεννούσε δημοσιότητα. Απ’ τα νεανικά του χρόνια ως και τη μέρα της αυτοκτονίας του τραβούσε πάνω του τα φώτα και την προσοχή. Απασχολούσε τον κόσμο. Το πραγματικά εντυπωσιακό είναι ότι ακόμα και σήμερα μας απασχολεί με τον ίδιο τρόπο – συνολικά ως προσωπικότητα, όχι μόνο με το έργο που άφησε πίσω του. Κι αυτό είναι ένα απ’ τα πολλά πράγματα που κατάφερε να πετύχει στην τρικυμιώδη και εμβληματική ζωή του: εμφύσησε στην ταπεινή κι εφήμερη τέχνη της διαχείρισης της δημοσιότητας μια δόση αθανασίας. Η περίπτωσή του μπορεί να αποτελέσει το ιδανικό study case για κάθε σύγχρονο celebrity wannabe. Θέλεις η διασημότητά σου να διαρκέσει περισσότερο από το τέταρτο που της αναλογεί; Θέλεις να διαρκέσει περισσότερο απο σένα; Περισσότερο από την εποχή σου; Τότε προσπάθησε να κάνεις τα πράγματα όπως τα έκανε ο Χέμινγουεϊ.

Βήμα 1ο: Γίνε πραγματικά καλός σε κάτι

Αυτό είναι το δυσκολότερο κομμάτι, αλλά και το πιο σημαντικό. Ο Χέμινγουεϊ ήταν πραγματικά καλός στο γράψιμο. Επινόησε ένα λογοτεχνικό στυλ που ταίριαζε στην ιδιοσυγκρασία του: λιτό, στακάτο, αρσενικό. Χρησιμοποιούσε λίγες λέξεις και περιέγραφε λίγα πράγματα. Τα πολλά τα άφηνε να εννοηθούν. Ο ίδιος παραλλήλιζε  την τεχνική του με τα παγόβουνα: το ορατό κομμάτι του παγόβουνου είναι μόνο η κορυφή του. Αυτή εξέχει πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Τα 7/8 του παγόβουνου, όμως, είναι κρυμμένα κάτω απ’ το νερό. Ο Χέμιγνουεϊ “ζωγράφιζε” στα βιβλία του την κορυφή του παγόβουνου. Τα περισσότερα πράγματα που ήθελε να πει τα άφηνε κρυμμένα κάτω απ’ τις γραμμές. Όπως αποδείχτηκε, αυτά που ήθελε να πει ήταν τόσο σημαντικά που –εκτός των άλλων- του χάρισαν και το Νόμπελ Λογοτεχνίας του 1954. Δεν το παρέλαβε αυτοπροσώπως, γιατί λίγους μήνες πριν την απονομή είχε τραυματιστεί σοβαρά κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού του στη μαύρη Αφρική. Προσπαθώντας να διασχίσει το Βελγικό Κονγκό έπεσε θύμα δύο διαδοχικών αεροπορικών ατυχημάτων που του στοίχισαν μερικές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, μια ρήξη νεφρού, μια ρήξη ήπατος, έναν εξαρθρωμένο ώμο και βαριά εγκαύματα. Στην πραγματικότητα δεν συνήλθε ποτέ απ’ αυτούς τους τραυματισμούς: σταμάτησε να ταξιδεύει και άρχισε να πίνει συστηματικά.

Ακόμα και η λογοτεχνία του, πάντως, λειτούργησε ως όχημα δημοσιότητας. Όσο ζούσε, αλλά και για τουλάχιστον δύο δεκαετίες μετά τον θάνατό του, οι συγγραφείς του πλανήτη είτε προσπαθούσαν να τον μιμηθούν –  να γράψουν σαν τον Χέμινγουεϊ, ή να αποστασιοποιηθούν απ’ αυτόν – να γράψουν με τρόπο που δεν θύμιζε καθόλου τον Χέμινγουεϊ. Ο Papa, πριν γίνει παγκόσμιο σελέμπριτι είχε καταφέρει να γίνει σελέμπριτι στον κύκλο του. Το ότι ο κύκλος του ήταν λογοτεχνικός, αποδείχτηκε τεράστιο στρατηγικό πλεονέκτημα: οι λογοτέχνες μπορεί ενίοτε να κουτσομπολεύουν, αλλά κατά βάση γράφουν. Και τα γραπτά τους μένουν. Άθελά τους, όλοι οι συνάδελφοί του, θαυμαστές ή ανταγωνιστές δούλεψαν για τη δική του υστεροφημία.

Βήμα 2ο: Φτιάξε έναν μύθο. Ή και περισσότερους.

Ο Χέμινγουεϊ έζησε μια στην κυριολεξία μυθιστορηματική ζωή – τα πιο κλασικά του κείμενα, άλλωστε, είναι βασισμένα στις προσωπικές του εμπειρίες (το “Για ποιον χτυπά η καμπάνα”, πχ, αφηγείται γεγονότα που ο ίδιος έζησε από πρώτο χέρι ως πολεμικός ανταποκριτής στον Ισπανικό εμφύλιο). Παρόλα αυτά, γούσταρε να παραφουσκώνει τις ήδη εντυπωσιακές περιπέτειές του. Και το έκανε συστηματικά. Χαρακτηριστική είναι η ιστορία της συμμετοχής του στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το Μάη του 1918 επιχείρησε να καταταγεί στον Αμερικανικό στρατό, με σκοπό να μεταβεί ως μάχιμος στο Ευρωπαϊκό μέτωπο. Δεν τα κατάφερε, λόγω ενός χρόνιου προβλήματος όρασης αλλά και λόγω της άρνησης του πατέρα του (που όπως αποδείχτηκε είχε εξαιρετικές άκρες στο στρατολογικό γραφείο). Αντ’ αυτού, έγινε εθελοντής του Ερυθρού Σταυρού και τον Μάιο της ίδιας χρονιάς μπάρκαρε για την Ευρώπη με την ιδιότητα του οδηγού ασθενοφόρου. Τον Ιούνιο του 1918 έφτασε στο Παρίσι που ήδη βομβαρδιζόταν από τους Γερμανούς και πήρε αμέσως φύλλο πορείας για το Ιταλικό μέτωπο. Εκεί δεν πρόλαβε να κάνει πολλά πράγματα, αφού τραυματίστηκε το πρώτο βράδυ της άφιξής του στο Μιλάνο. Ένα μυδράλιο γάζωσε το αριστερό του πόδι και διακόσια περίπου θραύσματα ενός Αυστριακού όλμου σφηνώθηκαν στο δεξί του. Αυτό που πρόλαβε να κάνει, ήταν να διασώσει εκείνη τη μία και μοναδική νύχτα του δικού του Πολέμου έναν τραυματισμένο Ιταλό στρατιώτη. Και, εννοείται, να διασώσει και το περιστατικό. Όταν πλέον γύρισε γύρισε στις ΗΠΑ (μετά από έξι μήνες παραμονής σε νοσοκομείο του Μιλάνου κι έναν θυελλώδη έρωτα με την εθελόντρια νοσοκόμα Ανιές Φον Κουρόφσκι), ήταν όχι μόνο ήρωας πολέμου, αλλά και κάτοχος ενός σουρεαλιστικού ρεκόρ: ήταν ο πρώτος Αμερικανός που τραυματίστηκε στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτό, φυσικά, είναι κάτι που δεν γίνεται να διασταυρωθεί. Αλλά δεν έχει σημασία. Ο Χέμινγουεϊ στα 18 του είχε ανακαλύψει τη διασημότητα και τον ιδανικό της μανδύα: τον ηρωισμό. Και δεν ήταν διατεθειμένος να αποχωριστεί ούτε τη μία ούτε τον άλλο.

Πολλά χρόνια αργότερα, στον Β’ Παγκόσμιο πια, επιχείρησε να προσθέσει ένα ακόμα επικό κεφάλαιο στην προσωπική του μυθολογία. Ταξίδεψε στην Ευρώπη ως πολεμικός ανταποκριτής και τον Ιούνιο του 1944 βρέθηκε σε ένα από τα μεταγωγικά πλοία της DDay, της επιχείρησης της απόβασης στη Νορμανδία. Τον επόμενο μήνα, είχε φτάσει στα περίχωρα του Παρισιού, παρακολουθώντας εκ του σύνεγγυς την πολιορκία της πόλης από τις συμμαχικές δυνάμεις. Σύμφωνα με τα δικά του λεγόμενα, ήταν ο πρώτος που μπήκε στο Παρίσι, πριν καν υποχωρήσουν εντελώς οι Ναζί. Ο θρύλος λέει ότι το πρώτο του μέλημα ήταν να οργανώσει μια ομάδα ντόπιων προκειμένου να “απελευθερώσουν” το Ριτζ – το ξενοδοχείο όπου είχε περάσει τα μποέμ νεανικά του χρόνια. Φυσικά, καμμία από τις δύο αυτές ιστορίες δεν επιβεβαιώθηκε ποτέ. Ο Χέμινγουεϊ, πάντως, επέμενε να τις επαναλαμβάνει σε κάθε ευκαιρία. Η επανάληψη δεν είναι μόνο η μαμά της κάθε μάθησης. Είναι και η αγαπημένη ξαδερφούλα των ιδιωτικών θρύλων. 

Βήμα 3ο: Άσε πίσω σου τα σωστά ίχνη

Κάπου στο σύμπαν υπάρχει ένας πλανήτης που ονομάζεται Χέμινγουεϊ (παρότι τον ανακάλυψαν Σοβιετικοί αστρονόμοι). Κάπου στον πλανήτη υπάρχουν κάποια μπαλκόνια που είναι εξοπλισμένα με τα αποικιακά έπιπλα που ονομάζονται Χέμινγουεϊ. Σε κάποια μαγαζιά, κάποιοι ενθουσιώδεις κυνηγοί και ψαράδες αγοράζουν ρούχα και εξοπλισμό της σειράς Χέμινγουεϊ. Κάποιοι άλλοι παραγγέλνουν φαγητό σε κάποια από τα εκατοντάδες ανά τον κόσμο εστιατόρια που ονομάζονται Χέμινγουεϊ, ή πίνουν τα ποτά τους στα αναρίθμητα μπαρ που ονομάζονται Harry’s Bar επειδή έτσι έλεγαν το μπαρ στο οποίο σύχναζε ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ στο Παρίσι (το έκανε διάσημο και το απαθανάτισε στο μυθιστόρημά του «Across the river and into the trees»).

Και βέβαια, κάποιοι (όλο και περισσότεροι κάθε χρόνο) παραγγέλνουν στο δικό τους αγαπημένο μπαρ ένα mojito ή ένα daiquiri. Τα δύο αυτά κοκτέιλ έχουν «χρεωθεί» στον Papa. Δεν τα επινόησε ο ίδιος, αλλά τα ανακάλυψε όταν πρωτοεπισκέφτηκε την Κούβα, τη χώρα που τελικά επέλεξε για δεύτερη πατρίδα του. Και χάρη σ’ αυτόν τα ανακαλύψαμε κι εμείς οι υπόλοιποι. Τα daiquiri του τα έπινε στο θρυλικό πλέον «La Floridita» και τα mojito στο La Bodeguita. Και τα δύο βρίσκονταν στην Αβάνα και ήταν τα αγαπημένα του στέκια. Η «Floridita», μάλιστα, στέκεται ακόμα στη θέση της και αποτελεί κάτι σαν τόπο προσκυνήματος για τους τουρίστες, αλλά και για τους ντόπιους που αγάπησαν με πάθος τον διάσημο νατουραλιζέ συμπολίτη τους. Το ότι ένας από τους επιδραστικότερους συγγραφείς του 20ου αιώνα έχει συνδεθεί στο μυαλό μας με δύο κοκτέιλ ακούγεται κάπως παρακμιακό και για τον ίδιο αλλά και για το μυαλό μας. Στην περίπτωση του Χέμινγουεϊ, όμως, είναι απολύτως φυσικό και αυτονόητο: το lifestyle του ήταν πάντα επιδραστικό. Κάποιες φορές πιο επιδραστικό κι απ’ τη λογοτεχνία του. Ό,τι κι αν έκανε αργά ή γρήγορα γινόταν μόδα. Ακόμα και το σαφάρι στην Αφρική, που τότε ήταν ακόμα αφιλόξενη κι επικίνδυνη – χωρίς δρυμούς και resort. Ή το σκι στις άγριες Άλπεις όταν ακόμα δεν διέθεταν ούτε σαλέ ούτε χιονοδρομικά κέντρα. Ή το ψάρεμα του ξιφία στα απρόβλεπτα νερά του Ατλαντικού. Ο Χέμινγουεϊ ανάγκασε τους συμπατριώτες του να δουν με κάποια συμπάθεια ακόμα και τις αιματηρές ταυρομαχίες της Παμπλόνα. Ακόμα και την Κούβα και τα κοκτέιλ της, τουλάχιστον μέχρι την εποχή που τα ηνία της χώρας πέρασαν στα χέρια του Φιντέλ Κάστρο. Για παν ενδεχόμενο, πάντως, ο Papa φρόντισε να συνδέσει το μύθο του και με ένα πιο εξευγενισμένο, «δυτικό» κοκτέιλ – το μαρτίνι. Σήμερα, σε όποιο σοβαρό μπαρ του μικρού μας κόσμου κι αν μπεις και ζητήσεις ένα Hemingway Martini, θα σου σερβίρουν το ίδιο (δυνατούτσικο) μείγμα που αποτελείται από τέσσερα μέρη βότκα, τέσσερα μέρη λευκό ρούμι, λίγο λικέρ κεράσι, λίγο χυμό γκρέιπ φρουτ και λίγο παραπάνω χυμό λάιμ.  

Βήμα 4ο: Μην ασχολείσαι με τη δημοσιότητα

Η δημοσιότητα ανταμείβει περιστασιακά αυτούς που την κυνηγούν επίμονα, αλλά τελικά αγαπάει μόνο αυτούς που Α. Την αξίζουν και Β. Την αποφεύγουν. Ο Χέμινγουέι σίγουρα την άξιζε και σίγουρα σε κάποια διαστήματα της ζωής του προσπάθησε να την αποφύγει. Χωρίς επιτυχία. Παρότι τα περισσότερα από τα πράγματα που έκανε τα έκανε για την πάρτη του, για να χορτάσει τη δική του ακόρεστη πείνα για ζωή, τα πράγματα αυτά έμοιαζαν πάντα να αφορούν πολύ κόσμο. Και ο πολύς κόσμος έφτασε να τον ακολουθεί σε κάθε του βήμα. Από ένα σημείο και μετά, το μόνο μέρος που μπορούσε να του προσφέρει μια σχετική απομόνωση ήταν το κατάστρωμα της Πιλάρ, του σκάφους με το οποίο επί δεκαετίες εξερευνούσε τα νερά της Καραϊβικής. Λίγο πριν πάρει την απόφαση να τερματίσει τη ζωή του, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει ακόμα και τη Φίνκα Βίγκια, τη βίλα του στην Κούβα, επειδή καθημερινά πλημμύριζε με επισκέπτες, περίεργους περαστικούς και τουρίστες. Αυτός που θα επιχειρήσει να συντάξει το manual της δημοσιότητας βασιζόμενος στη ζωή του Χέμινγουεϊ, μοιραία θα πέσει πάνω στο μεγάλο παράδοξο. Στη σημειολογική αντίφαση που κατά πάσα πιθανότητα ο ίδιος ο συγγραφέας συνειδητά φύτεψε στο μύθο του, επιλέγοντας τη στιγμή της κορύφωσης της διασημότητάς και της αναγνώρισής του για να καταθέσει το σύντομο δοκίμιό του για τη μοναξιά. Στην τελετή της απονομής του Νόμπελ (αυτή στην οποία δεν παρέστη), ο αντιπρόσωπός του διάβασε εκ μέρους το τα εξής λόγια: «Η ζωή του συγγραφέα είναι μοναχική. Οι οργανισμοί που στηρίζουν τους συγγραφείς, μπορούν να ανακουφίσουν κάπως έναν συγγραφέα από τη μοναξιά του, αλλά αμφιβάλλω αν τον βοηθάνε να βελτιώσει το γράψιμό του. Όσο ο συγραφέας καμουφλάρει τη μοναξιά του, το δημόσιο ανάστημά του ψηλώνει, αλλά συχνά το γράψιμό του εξασθενίζει. Γιατί η δουλειά του παραμένει μια μοναχική δουλειά. Κι αν είναι καλός σ’ αυτή, πρέπει καθημερινά να αντιμετωπίζει μόνος του την αιωνιότητα. Ή τη στέρησή της».

Backstage: Στα καμαρίνια διάσημων ηθοποιών πριν ξεκινήσει η παράσταση

Αντονι Χόπκινς, Κέιτ Μπλάνσετ, Τζούντι Ντεντς, Τζουντ Λο, Φοίβη Γουόλερ-Μπριτζ…. Ο Σάιμον Ανάντ «τρυπώνει» στα λονδρέζικα καμαρίνια καταξιωμένων αλλά και λιγότερο γνωστών ηθοποιών, και τους απαθανατίζει μισή ώρα πριν βγουν στη σκηνή. Ο βρετανός φωτογράφος μάς προσφέρει μια σπάνια ματιά στο προσωπικό σύμπαν των ηθοποιών και καταγράφει με επιτυχία όλα τα αντικρουόμενα συναισθήματα που βιώνουν: προσδοκία, ευτυχία, αγωνία, φόβο, νεύρα… πριν σηκωθεί η αυλαία.

O Αντονι Χόπκινς στην παράσταση «Pravda» του Ντέιβιντ Χερ, στο Εθνικό θέατρο στο Λονδίνο, το 1986.
η σπουδαία βρετανίδα ηθοποιός Τζούντι Ντεντς χαλαρώνει πριν βγει στη σκηνή του «Noël Coward», για την παράσταση «Πέτρος και Αλίκη» του Τζον Λόγκαν, το 2013.
Ένα τελευταίο τσιγάρο για την Κέιτ Μπλάνσετ πριν εμφανιστεί στην παράσταση του 1999 «Plenty» του Ντέιβιντ Χερ, στο θέατρο «Noël Coward».
O Τζουντ Λο, λίγο πριν υποδυθεί τον Αμλετ, στο καμαρίνι του περιστοιχισμένος απο φωτογραφίες και κάρτες, το 2009.
Ενας πολύ νέος Κόλιν Φερθ στο ιστορικό θέατρο Old Vic, το 1985.
Η Φοίβη Γουόλερ-Μπριτζ, η οποία στα πρόσφατα Emmy απέσπασε τρία βραβεία για τη σειρά «Fleabag», στην παράσταση «Rope» στο θέατρο Almeida, το 2009.
Ο Ντέιβιντ Τέναντ ποζάρει με το κοστούμι της παράστασης «The Rivals», στο Μπάρμπικαν, το 2000.